Δύο θαλαμοειδείς τάφους, οι οποίοι χρονολογούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (14ο αιώνα π.Χ.), αποκάλυψαν οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν το 2025 στη θέση Δρομολαξιά-Βυζακιά (Χαλά Σουλτάν Τεκκέ) υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Peter M. Fischer του Πανεπιστημίου του Gothenburg στη Σουηδία.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Τμήματος Αρχαιοτήτων του Υφυπουργείου Πολιτισμού, η φετινή ανασκαφική περίοδος επικεντρώθηκε στο νεκροταφείο της πόλης-λιμανιού της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, που βρίσκεται εκτός των ορίων του αστικού κέντρου, στην Περιοχή Α. Το Χαλά Σουλτάν Τεκκέ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προϊστορικούς οικισμούς της Κύπρου, με έκταση τουλάχιστον 25 εκταρίων, ο οποίος ιδρύθηκε γύρω στο 1650/30 π.Χ. και άκμασε για σχεδόν πέντε αιώνες, μέχρι την καταστροφή και εγκατάλειψή του περίπου το 1150 π.Χ.
Οι φετινές έρευνες βασίστηκαν σε γεωφυσικές διασκοπίσεις και επιφανειακές ενδείξεις προηγούμενων ετών και αποκάλυψαν ανθρωπογενείς κατασκευές που είχαν υποστεί φθορές από διάβρωση και γεωργικές δραστηριότητες. Ανάμεσά τους εντοπίστηκε ένα αρχαίο πηγάδι, εγκαταλειμμένο ήδη από την αρχαιότητα, καθώς και οι δύο θαλαμοειδείς τάφοι του 14ου αιώνα π.Χ., των οποίων οι οροφές είχαν καταρρεύσει από πολύ νωρίς, σφραγίζοντας όμως το περιεχόμενό τους.
Σύγχρονη γεώτρηση δίπλα στο πηγάδι έδειξε υψηλή αλατότητα των υπόγειων υδάτων σε βάθος περίπου δέκα μέτρων, στοιχείο που πιθανότατα εξηγεί την εγκατάλειψή του. Παρά τις φθορές που υπέστησαν ορισμένα ευρήματα, οι τάφοι διατήρησαν πολύτιμα αρχαιολογικά συμφραζόμενα, προσφέροντας σημαντικές πληροφορίες για τα ταφικά έθιμα της εποχής.
Οι ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν με τη συνδρομή του δρα Rainer Feldbacher και μελών της σουηδικής αποστολής, ενώ τα ευρήματα μελετήθηκαν από την καθηγήτρια Teresa Bürge στους αποθηκευτικούς χώρους του Αρχαιολογικού Μουσείου Λάρνακας. Στην τεκμηρίωση των ανθρώπινων καταλοίπων συνέβαλαν οι βιοαρχαιολόγοι καθηγήτρια Kirsi Lorentz και δρ Yuko Miyauchi από το Ινστιτούτο Κύπρου, ενώ ο καθηγητής Sorin Hermon και η ομάδα του παρείχαν υποστήριξη στη δισδιάστατη και τρισδιάστατη καταγραφή και ανάλυση των υλικών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο πλούτος των κτερισμάτων που βρέθηκαν στους τάφους. Εκτός από τοπική κεραμική υψηλής ποιότητας, εργαλεία και αντικείμενα προσωπικού στολισμού, εντοπίστηκε εντυπωσιακό σύνολο εισηγμένων αντικειμένων που τεκμηριώνει τη συμμετοχή του Χαλά Σουλτάν Τεκκέ σε εκτεταμένα εμπορικά δίκτυα. Πολυτελής κεραμική προήλθε από την ηπειρωτική Ελλάδα, την Κρήτη και το Αιγαίο, ενώ από την Αίγυπτο βρέθηκαν αντικείμενα από ελεφαντόδοντο και αγγεία αλάβαστρου. Ανάμεσα στα εξωτικά ευρήματα συγκαταλέγονται λάπις λάζουλι από το Αφγανιστάν, καρνεόλη από την Ινδία και ήλεκτρο από τη Βαλτική, υλικά που έφτασαν στην Κύπρο μέσω πολύπλοκων εμπορικών διαδρομών.
Η παρουσία νουραγικής κεραμικής από τη Σαρδηνία επιβεβαιώνει τις ανταλλαγές κυπριακού χαλκού με τη δυτική Μεσόγειο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα τάλαντα χαλκού σε σχήμα τεντωμένης δοράς βοδιού. Η οικονομική δύναμη της πόλης στηριζόταν στην παραγωγή και εξαγωγή χαλκού, όπως αποδεικνύεται από τα κατάλοιπα καμινιών, σκωρίας και χωνευτηρίων, που μαρτυρούν εντατική μεταλλουργική δραστηριότητα εντός του αστικού ιστού.
Τα ταφικά σύνολα προσφέρουν επίσης πολύτιμα στοιχεία για την κοινωνική οργάνωση της πόλης. Οι τάφοι χρησιμοποιούνταν για πολλές γενιές, με προσεκτική μετακίνηση παλαιότερων ταφών ώστε να δημιουργείται χώρος για νέες, γεγονός που αντανακλά ισχυρούς δεσμούς συγγένειας και οικογενειακής συνέχειας. Η στρωματογραφία των κτερισμάτων συμβάλλει στη βελτίωση της χρονολόγησης του χώρου, ενώ οι αναλύσεις αρχαίου DNA αναμένεται να ρίξουν φως σε ζητήματα συγγένειας, υγείας και δημογραφίας. Τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι στους τάφους περιλαμβάνονται άτομα όλων των ηλικιών, με το προσδόκιμο ζωής να σπάνια υπερβαίνει τα 40 έτη.
Συνοψίζοντας, τα νέα ευρήματα επαναβεβαιώνουν επαναβεβαιώνουν τη σημασία της πόλης ως ενός μείζονος οικονομικού και πολιτιστικού κέντρου της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.Το πλούσιο σύνολο εισηγμένων αντικειμένων και τα υψηλής ποιότητας τοπικά τεχνουργήματα που εντοπίστηκαν στους τάφους, υποδηλώνουν, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ότι ανήκαν σε οικογένειες της άρχουσας τάξης, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στην εξαγωγή χαλκού και στο διεθνές εμπόριο. Τέλος, οι προτιμήσεις σε συγκεκριμένα ξένα αγαθά σε ορισμένους τάφους ενδέχεται μάλιστα να υποδηλώνουν εξειδικευμένους εμπορικούς ρόλους ή την παρουσία μεταναστευτικών κοινοτήτων εντός της πόλης.
